ΤΟ ΠΑΡΟΝ ΠΕΡΙΕΧΕΤΑΙ ΣΤΟ ΒΙΒΛΙΟ ΜΑΣ

(σελίδα 47 επόμενες)

 

 

ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ – ΚΑΝΟΝΕΣ

 

diatagi_athanasa_1-1Παραθέτομε κατωτέρω ορισμένα συμπεράσματα – κανόνες, που ισχύουν στο θεσμό της διαταγής πληρωμής.

Παραθέτομε επίσης τα συμπεράσματα – κανόνες αυτά στα κείμενα, στην αντίστοιχη για κάθε ένα παράγραφο.

Επίσης παραθέτομε μερικά από τα συμπεράσματα – κανόνες στο εξώφυλλο και το οπισθόφυλλο του βιβλίου.

1. Τους νόμους –μπορεί να θέλομε να τους καταργήσομε– αλλά όσο ισχύουν τους εφαρμόζομε (στις §§ 1, 9, 14).

2. Ώστε –με βάση τις ισχύουσες διατάξεις– η αίτηση πρέπει να είναι σαφής, ορισμένη και ευσύνοπτη [από το άρθρο 118 αρ. 4], πλήρης, νο­μικά βάσιμη και αποδεδειγμένη [από το άρθρο 629], μόνον με έγγραφα [από τα άρθρα 623, 626 § 2], τα οποία έγγραφα πρέπει να αναφέρονται και να επισυνάπτονται στην αίτηση [από το άρθρο 626 § 3] (στην § 2).

3. Έτσι –για το περιεχόμενο της αιτήσεως– δεν εφαρμόζεται η θεω­ρία της εξατομικεύσεως, κατά την οποία δεν είναι αναγκαίο η αίτηση να είναι, εκτός άλλων, ούτε ορισμένη, ούτε πλήρης (στην § 2).

4. Κατά συνέπεια –πραγματικό υλικό (πραγματικό γεγονός) που δεν έχει εισφερθεί στη δίκη μέσω πραγματικού ισχυρισμού, παραμένει εκτός δικαστικής έρευνας– είναι αποδεικτικώς αδιάφορο (στην § 2).

5. Ώστε –είναι αόριστη και αναπόδεικτη η αίτηση– όταν τα κονδύ­λια χρεώσεων και πιστώσεων του λογαριασμού δεν περιέχονται στην αί­τηση, αλλά περιέχονται στο απόσπασμα του λογαριασμού, το οποίο δεν ενσωματώνεται, αλλά επισυνάπτεται στην αίτηση (στην § 2).

6. Έτσι –και όταν υπάρχει δικονομική σύμβαση αποδείξεως– θα πρέ­πει στην αίτηση να περιέχονται τα κονδύλια χρεώσεων και πιστώσε­ων (στην § 11).

7. Η ερμηνεία και η εφαρμογή των νομικών εννοιών, και στη δια­δικασία της διαταγής πληρωμής –όπως σαφής, ορισμένη, πλήρης, νομι­κά βάσιμη– πρέπει να γίνεται όμοια, όπως γίνεται σε όλο τον ΚΠολΔ και την αγωγή (στην § 1).

8. Δεν επιτρέπεται η απόδειξη των στοιχείων της βάσεως της αιτήσε­ως με δικαστικά τεκμήρια (στην § 6).

9. Απαράδεκτη είναι η ομολογία του οφειλέτη, εκτός αν περιέχεται σε έγγραφα, που είχε ο αιτών αναφέρει και επισυνάψει στην αίτηση του (στις §§ 6, 14).

10. Αντιπρόσωπος διορίζεται μόνον εγγράφως (στην § 6).

11. Υπάρχει σχέση: Αιτιολογίας – Διαγνώσεως – Δεδικασμένου (στην § 8).

12. Η διαταγή δε πληρωμής –με βάση τη νομοθεσία– πρέπει να έχει πλήρη αιτιολογία (στην § 8).

13. Η διαταγή πληρωμής δεν είναι μόνο τίτλος εκτελεστός. Αλλά –με βάση τα άρθρα 626 § 2, 629 ΚΠολΔ– από τη στιγμή της εκδόσεώς της περιέχει τη διάγνωση του δικαστή για την αξίωση (στην § 8).

14. Έτσι – στη διαταγή πληρωμής – όταν επιδοθεί δύο φορές και δεν ασκηθεί ανακοπή – έχει παραμείνει η υπάρχουσα από την έκδοσή της δι­άγνωση της αξιώσεως – και αποκτάται δεδικασμένο για την αξίωση αυτή (στην § 29).

15. Η διαδικασία εκδικάσεως της αιτήσεως και της ανακοπής είναι ακυρωτικές (στις §§ 2, 14, 22).

16. Στη διαταγή πληρωμής, στη Γερμανία και στην Ελλάδα υπάρ­χουν τεράστιες διαφορές: Στη Γερμανία δεν είναι εκτελεστή και με την άσκηση της ανακοπής, η υπόθεση μεταφέρεται στην τακτική διαδικα­σία (στην § 1).

17. Ενώ, στην Ελλάδα, με την έκδοσή της είναι εκτελεστή και ολο­κληρώνεται ως διαδικασία της διαταγής πληρωμής (στην § 1).

18. Υποχρεωτικά –όπως σε όλες τις διαδικαστικές πράξεις– στην αί­τηση εξετάζονται με την εξής σειρά: Πρώτον το παραδεκτό της (αορι­στία κλπ) – Δεύτερον, η νομική βασιμότητα της – Τρίτον, –αφού συντρέ­χουν τα δύο αυτά– τότε μόνον εξετάζονται τα θέματα αποδείξεων (στις §§ 6, 14).

19. Η διαταγή πληρωμής –όταν αποκτήσει ισχύ δεδικασμένου– εξο­μοιώνεται με δικαστική απόφαση (στην § 8).

20. Κατά τη συζήτηση της ανακοπής ο καθ’ ου: Δεν δικαιούται να προτείνει οτιδήποτε νέο (βάσεις της αιτήσεως, ισχυρισμούς, αποδείξεις) που αφορούν στη βάση της αιτήσεως (στην § 14).