Των Αθανασίου Ι. Αθανασά, επίτιμου δικηγόρου, Χριστίνας Αθ. Αθανασά και Ιωάννη Α. Αθανασά, δικηγόρων.

Από τον συνδυασμό των άρθρων 336 § 3 και 340 εδ α ΚΠολΔ συνάγεται το συμπέρασμα, ότι κατ” αρχάς το δικαστήριο γενικώς κρίνει ελεύθερα τα αποδεικτικά μέσα και αποφασίζει κατά συνείδηση, αν οι ισχυρισμοί είναι αληθινοί για όλα τα ενώπιόν του θέματα και για τα αποτελούντα τη βάση κατά το άρθρο 336 § 3 ΚΠολΔ για συναγωγή συμπεράσματος για άλλα γεγονότα.

Όμως, η άνω ελευθερία του δικαστηρίου περιορίζεται, όπως ρητώς ορίζεται στο πρώτο τμήμα του άρθρου 340 εδ α ΚΠολΔ, «εκτός από τις περιπτώσεις που ορίζει ρητά ο νόμος».

Ο άνω δε περιορισμός του άρθρου 340 εδ α ΚΠολΔ ισχύει και για την απόδειξη της αιτήσεως για έκδοση διαταγής πληρωμής, αφού στο άρθρο 623 ΚΠολΔ ορίζεται ρητώς διαφορετικά, δηλαδή ότι η απόδειξη γίνεται μόνον με έγγραφα.

Έτσι ο δικαστής, κατά την έκδοση διαταγή πληρωμής και ομοίως κατά τη συζήτηση της ανακοπής, δικαιούται να χρησιμοποιήσει τα δικαστικά τεκμήρια του άρθρου 336 § 3 ΚΠολΔ, ήτοι την μέθοδο αποδείξεως, μόνον όταν τα αποτελούντα τη βάση του άρθρου 336 § 3 ΚΠολΔ πραγματικά γεγονότα, έχουν αποδειχθεί μόνον με έγγραφα που φέρουν την υπογραφή του οφειλέτη ή βέβαια με δημόσια έγγραφα.

Η μελέτη δημοσιεύτηκε στην περιοδική έκδοση «Νομικό Βήμα», τόμος 63, τεύχος 7ο (Σεπτέμβριος 2015).

Μπορείτε να διαβάσετε ολόκληρη τη μελέτη εδώ.