Α) Προϋποθέσεις εκδόσεως διαταγής πληρωμής

1) Προϋποθέσεις για να εκδοθεί διαταγή πληρωμής για χρηματική απαίτηση, σύμφωνα με τα άρθρα 623 και 624 ΚΠολΔ, είναι να υπάρχει απαίτηση του αιτούντος κατά του καθ’ ου, και η απαίτηση αυτή και το οφειλόμενο ποσόν να αποδεικνύονται με δημόσιο ή ιδιωτικό έγγραφο, τα οποία, κατ’ άρθρο 626 § 3 ΚΠολΔ, πρέπει να επισυνάπτονται στην αίτηση.

2) Δημόσια είναι τα έγγραφα που αναφέρονται και προσδιορίζονται στα άρθρα 438 – 442 ΚΠολΔ, ήτοι τα έχει εκδώσει δημόσιος υπάλληλος ή λειτουργός ή πρόσωπο που ασκεί δημόσια υπηρεσία ή λειτουργία.

3) Τα ιδιωτικά δε έγγραφα, προβλέπονται στα άρθρα 160 ΑΚ, για τα συστατικά, και 443 ΚΠολΔ, για τα αποδεικτικά έγγραφα. Σύμφωνα με αμφότερα τα άνω άρθρα, 160 ΑΚ και 443 ΚΠολΔ, στοιχείο των ιδιωτικών εγγράφων είναι να φέρουν την υπογραφή του εκδότη. Κατά το άρθρο 447 ΚΠολΔ, τα ιδιωτικά έγγραφα έχουν αποδεικτική δύναμη εις βάρος του εκδότη των, ενώ υπέρ αυτού μόνον αν τα προσκόμισε ο αντίδικός του ή πρόκειται για τα βιβλία του άρθρου 444 αριθμ. 1, 2 και συντρέχουν οι όροι του άρθρου 448 § 1 ΚΠολΔ.

Διευκρινίζεται δε ότι εκδότης του ιδιωτικού εγγράφου θεωρείται όχι ο συντάκτης του εγγράφου, αλλά αυτός που υπογράφει το έγγραφο. Και ακόμη είναι εκδότης του εγγράφου αυτός που το υπογράφει, είτε υπογράφει με το όνομά του, είτε με όνομα άλλου, ακόμη και ανύπαρκτου προσώπου[1] [2]. Αυτή δε είναι η έννοια της γνησιότητος της υπογραφής στα άρθρα 445, 457 § 3 ΚΠολΔ ότι είναι εκδότης του εγγράφου αυτός που το υπέγραψε[3].

4) Κατάλληλα ιδιωτικά έγγραφα γενικώς και ειδικώς για την έκδοση διαταγής πληρωμής είναι α) τα περιέχοντα δικαιοπρακτική δήλωση βουλήσεως του εκδότη των β) τα περιέχοντα μαρτυρία (δήλωση γνώσεως) του εκδότη των, εις βάρος του, ενέχουσα εξώδικη ομολογία του εκδότη των[4] και γ) τα αναφερόμενα πιο πάνω βιβλία, άρθρων 444 και 448 ΚΠολΔ.

5) Θέματα έχουν ανακύψει στην πράξη και την νομολογία, για το ποία έγγραφα είναι έγγραφα μαρτυρίας του καθ’ ου, τα οποία περιέχουν εξώδικη ομολογία του καθ’ ου. Αυτό το ειδικό θέμα, τίθεται και στις περιπτώσεις που είναι εδώ προς διερεύνηση, των αιτήσεων και των αποφάσεων δικαστηρίων που χορηγούν άδεια εγγραφής προσημειώσεως υποθήκης. Αν δηλαδή στα έγγραφα αυτά περιέχεται τουλάχιστον εξώδικη ομολογία του προσώπου εις βάρος του οποίου θα εγγραφεί η προσημείωση

6) Εξ άλλου, σύμφωνα με το άρθρο 624 ΚΠολΔικ, πρόσθετες προϋποθέσεις, για να μπορεί να ζητηθεί η έκδοση διαταγής πληρωμής (όταν υπάρχει απαίτηση καταβολής στον αιτούντα από τον καθ’ ου, ως άνω) είναι η απαίτηση να μην εξαρτάται από αίρεση, προθεσμία, όρο ή αντιπαροχή και το ποσό χρημάτων που οφείλεται να είναι ορισμένο.

Β) Απόφαση προσημειώσεως – διαδικασία

1) Η εγγραφή προσημειώσεως υποθήκης γίνεται, προβλέπεται και ρυθμίζεται δικονομικώς από το άρθρο 706 ΚΠολΔ, κατά το οποίο «Προσημείωση. Καθορισμός ποσού. (1.) Το δικαστήριο δικαιούται να διατάξει ως ασφαλιστικό μέτρο την εγγραφή προσημειώσεως υποθήκης. (2). Η απόφαση που διατάξει να εγγραφεί η προσημείωση υποθήκης πρέπει να ορίζει και το ποσό που ασφαλίζεται με την προσημείωση».

2) Πρόκειται για ασφαλιστικό μέτρο, όπως ορίζεται στο άνω άρθρο 706 ΚΠολΔ, η τηρουμένη διαδικασία είναι των ασφαλιστικών μέτρων, άρθρων 682 επ. ΚΠολΔ, αρμόδιο δε δικαστήριο, κατά το άρθρο 683 § 2 ΚΠολΔ, είναι το Μονομελές Πρωτοδικείο.

3) Αιτών είναι ο δανειστής, που ζητά να του χορηγηθεί η άδεια εγγραφής προσημειώσεως, και καθ’ ου ο οφειλέτης ή ο εγγυητής υπέρ του οφειλέτη, πάντως ο ιδιοκτήτης ή επικαρπωτής (άρθρο 1259 ΑΚ) του ακινήτου, στο οποίο πρόκειται να εγγραφεί η προσημείωση.

4) Στην πράξη συνήθως οι διάδικοι, ο αιτών και ο καθ’ ου η αίτηση, εμφανίζονται, σύμφωνα με το άρθρο 687 § 2 ΚΠολΔ, εκούσια ενώπιον του δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου, που συγκροτεί ο Πρόεδρος Υπηρεσίας, χωρίς Γραμματέα.

5) Η διαδικασία ολοκληρώνεται σε ελάχιστο χρόνο. Ο δικαστής διαβάζει τα ονόματα των διαδίκων, σημειώνει στην αίτηση τα ονόματα των δικηγόρων και τον αριθμό της ταυτότητας κλπ του καθ’ ου, διαβάζει από την αίτηση την περιγραφή του ακινήτου, και το ποσόν για το οποίο θα χορηγηθεί άδεια εγγραφής προσημειώσεως και ακολούθως ρωτά τον καθ’ ου αν συναινεί για την χορήγηση της αιτουμένης αδείας, σημειώνει δε στο περιθώριο στο επάνω δεξιό μέρος της αιτήσεως, την λέξη συναινώ και υποδεικνύει στον καθ’ ου, ο οποίος υπογράφει κάτω από την λέξη συναινώ. Και εδώ ολοκληρώνεται η διαδικασία, κατ’ ακολουθίαν της οποίας εκδίδεται απόφαση σύμφωνη με την αίτηση εγγραφής προσημειώσεως υποθήκης εις βάρος του καθ’ ου η αίτηση.

6) Η αίτηση για χορήγηση αδείας έγγραφης προσημειώσεως συνήθως κατατίθεται και αφορά για μελλοντική απαίτηση και μελλοντική υποχρέωση. Δηλαδή η Τράπεζα συμφωνεί, κατ’ άρθρο 809 ΑΚ ή προσυμφωνεί, κατ’ άρθρο 166 ΑΚ, να χορηγήσει πίστωση ή δάνειο στον καθ’ ου, επακολουθεί η λήψη της αδείας εγγραφής προσημειώσεως υποθήκης, εγγράφεται η προσημείωση στο υποθηκοφυλακείο, λαμβάνοντας τα πιστοποιητικά από το υποθηκοφυλακείο και μετά καταβάλλει η Τράπεζα στον καθ’ ου το συμφωνημένο ποσόν χρημάτων. Όμοια συμβαίνει, όταν, αντί της Τραπέζης, ιδιώτης είναι ο δανείζων. Όμοια συμβαίνει, όταν αιτών είναι έμπορος ή βιομήχανος και καθ’ ου έμπορος κλπ, που θα αγοράσει μελλοντικώς από τον αιτούντα, με πίστωση του τιμήματος. Υπάρχουν βέβαια και περιπτώσεις, που η χορηγούμενη άδεια εγγραφής αφορά σε γεγενημένη απαίτηση του αιτούντος, αλλά αυτές είναι ελάχιστες σε σχέση με το σύνολο. Τα αναφερόμενα αμέσως πιο πάνω είναι σημαντικά, όπως κατωτέρω αναπτύσσεται.

Γ) Το αμφισβητούμενο θέμα – απόψεις Χ. Απαλαγάκη

1) Το εν επικεφαλίδι θέμα με είχε απασχολήσει κατά το παρελθόν[5], με την ευκαιρία της υπ’ αριθμ. 794/1994 αποφάσεως του Ειρηνοδικείου Αθηνών[6]  που είχε απορρίψει ανακοπή κατά της υπ’ αριθμ. 593/1994 διαταγής πληρωμής του Ειρηνοδίκη Αθηνών, που είχε εκδοθεί με βάση την υπ’ αριθμ. 4048/1993 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών χορηγήσεως αδείας εγγραφής προσημειώσεως υποθήκης.

2) Επανήλθε δε το θέμα αυτό προς συζήτηση στο προσφάτως εκδοθέν βιβλίο της Χαρ. Απαλαγάκη[7] που στην σελίδα 133 αναφέρει «Ανέκυψε, ειδικότερα, ζήτημα προς την τυπική νομιμότητα διαταγής πληρωμής (623, 624), για την έκδοση και απόδειξη της οποίας ο αιτών δανειστής προσκόμισε, μεταξύ των άλλων, αντίγραφο προηγουμένης αιτήσεώς του κατά του οφειλέτη με αίτημα την εγγραφή προσημειώσεως υποθήκης. Επί της αιτήσεως ασφαλιστικών μέτρων, που προσκομίσθηκε για την έκδοση της διαταγής πληρωμής είχε καταχωρηθεί η σημείωση ότι ο οφειλέτης «συναινεί». Ορθά ο ΑΠ δέχθηκε, ότι από το αντίγραφο της συγκεκριμένης αιτήσεως, σε συνδυασμό και με τα λοιπά αποδεικτικά έγγραφα, αποδεικνυόταν πλήρως η απαίτηση και παραδεκτά, επομένως, εκδόθηκε διαταγή πληρωμής. Κατ’ αποτέλεσμα η συγκεκριμένη απόφαση αντιμετώπισε τη συναίνεση του οφειλέτη στη δίκη της προσημειώσεως ως αποδοχή της εναντίον του αιτήσεως (298) μη δυνάμενη να αμφισβητηθεί σε μεταγενέστερη δίκη. Εάν, αντίθετα, η καταφατική συμπεριφορά του καθού στη δίκη της προσημειώσεως αντιμετωπιζόταν ως δικαστική ομολογία, αλλά μόνο για τις ανάγκες της δίκης των ασφαλιστικών μέτρων, τότε στο πλαίσιο κάθε επόμενης διαδικαστικής πράξης θα υποβαθμιζόταν στην κατηγορία της εξώδικης ομολογίας που εκτιμάται ελεύθερα από το δικαστήριο (352 παρ. 2). Ευνόητο είναι ότι, εάν η δίκη διεξάγεται κατ’ αντιδικία, ο δανειστής επιφορτίζεται με το υποκειμενικό και αντικειμενικό βάρος να πιθανολογήσει τη συνδρομή των προϋποθέσεων, που επιβάλλουν τη λήψη του αιτούμενου ασφαλιστικού μέτρου (βλ. 338 και 347), η δε απόφαση που θα εκδοθεί στην περίπτωση αυτή, ανεξαρτήτως περιεχομένου της, αποκτά για κάθε μελλοντική δίκη την αξία δικαστικού τεκμηρίου». Επικαλείται δε ως σύμφωνες την ΑΠ 790/1998[8], την άνω ΕιρΑθ 794/1994 και αντίθετη την άνω μελέτη μου.

Και συνεχίζει «Επομένως, παρά τις επιφυλάξεις που έχει δημιουργήσει ο θεσμός της συναινετικής εγγραφής προσημειώσεως, με κύρια την αντίρρηση ότι παρακάμπτει τον αυστηρό τύπο και το υψηλό κόστος της υποθήκης, αυτή καθεαυτή η διαδικασία χορηγήσεώς της εισάγει, σε συνδυασμό με τους θεσμούς της δικαστικής ομολογίας (352) και της αποδοχής (298), ένα σημαντικό δικονομικό μηχανισμό για την ταχεία εκκαθάριση απαιτήσεων. Διότι, η συναίνεση που παρέχει ο δανειστής στο πλαίσιο της συναινετικής εγγραφής της προσημειώσεως, ξεπερνά τα όρια της δίκης των ασφαλιστικών μέτρων και επιφέρει, με την έννοια που ήδη επισημάνθηκε, ευρύτερες πρακτικές συνέπειες και για την κύρια δίκη. Παρέχει, ειδικότερα, πλήρη απόδειξη για την ύπαρξη της απαιτήσεως».

Δ) Η απόφαση ΑΠ 790/1998

3) Στην αμέσως πιο πάνω ΑΠ 790/1998 αναφέρεται ότι η έκδοση της διαταγής πληρωμής στηρίχθηκε στα συνυποβληθέντα έγγραφα, που είχαν[9] «περιεχόμενο (1) το από 4/8/1994 ιδιωτικό συμφωνητικό, με το οποίο οι διάδικοι συνεφώνησαν ότι οι καθ’ ων η ανακοπή και ήδη αναιρεσείοντες «θα παραδώσουν στην ανακόπτουσα λόγω άτοκου δανείου 19.880.000 δρχ … προς εξασφάλιση της απαιτήσεως η αφετέρου συμβαλλομένη θα συναινέσει στην εγγραφή προσημειώσεως υποθήκης επί ακινήτου που απέκτησε … Επί πλέον για πρόσθετη εξασφάλιση θα παραδοθούν στους δανειστές οι εξής επιταγές … α) επιταγή ποσού 15.620.000 δρχ. και β) επιταγή ποσού 4.260.000 δρχ …» (2) Οι ανωτέρω τραπεζικές επιταγές ….. και 3) η 12526/1994 απόφαση ασφαλιστικών μέτρων του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, στο σκεπτικό της οποίας αναφέρεται, όπως δέχεται το Εφετείο, εξώδικη ομολογία της καθ’ ης η αίτηση, που παραστάθηκε αυτοπροσώπως, για την ύπαρξη της απαίτησης, με την οποία διατάχθηκε η εγγραφή προσημειώσεως υποθήκης για την εξασφάλιση απαιτήσεως των αιτούντων, ήδη αναιρεσειόντων …».

Και συνεχίζει η ΑΠ 790/1998 «Ακολούθως όμως το Εφετείο έκρινε ότι από την παραπάνω δήλωση – ομολογία … δεν μπορεί να παραχθεί άμεση έγγραφη απόδειξη για την ύπαρξη και το ποσό της απαιτήσεως των αιτούντων την έκδοση της διαταγής πληρωμής και τούτο για μόνο τον λόγο ότι η εγγράφως αποδεικνυομένη ομολογία αποτελεί μη επιτρεπόμενο κατά την έννοια του άρθρου 623 ΚΠολΔ αποδεικτικό μέσο, έχουσα την ισχύ απλού τεκμηρίου … ακύρωσε τη διαταγή πληρωμής για έλλειψη, όπως δέχεται της κατά το άρθρο 623 ΚΠολΔ θετικής διαδικαστικής προϋποθέσεως, δηλαδή εγγράφου δυναμένου κατά το νόμο να στηρίξει (σε συνδυασμό και με το αναφερόμενο προσύμφωνο δανείου) την έκδοση διαταγής πληρωμής… κρίνοντας έτσι το Εφετείο παρά το νόμο κήρυξε ακυρότητα της διαταγής πληρωμής …».

4) Από την προσεκτική ανάγνωση της ΑΠ 790/1998 προκύπτουν ότι:

α) Έκρινε, όπως προβλέπεται στην αναιρετική διαδικασία, με βάση τις παραδοχές της αποφάσεως του Εφετείου.

β) Εδέχθη η ΑΠ 790/1998, ότι η 12526/2004 απόφαση ασφαλιστικών μέτρων του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, στο σκεπτικό της οποίας αναφέρεται «όπως δέχεται το Εφετείο, εξώδικη ομολογία της καθ’ ης η αίτηση … για την ύπαρξη της απαίτησης …»

γ) Εδέχθη η ΑΠ 790/1998 ότι το Εφετείο είχε κρίνει «ότι η εγγράφως αποδεικνυομένη εξώδικη ομολογία, αποτελεί μη επιτρεπόμενο κατά την έννοια του άρθρου 623 ΚΠολΔ αποδεικτικό μέσο…»

δ) Εδέχθη τέλος η ΑΠ 790/1994 ότι «κρίνοντας έτσι το Εφετείο (δηλαδή όπως πιο πάνω υπό γ, ότι η εγγράφως αποδεικνυομένη εξώδικη ομολογία, αποτελεί μη επιτρεπόμενο  κατά την έννοια του άρθρου 623 ΚΠολΔ αποδεικτικό μέσο…»), «παρά τον νόμο κήρυξε ακυρότητα της διαταγής πληρωμής» και η ΑΠ 790/1994 αναίρεσε την ΕφΘεσσ 749/1998.

5) Από τα αμέσως πιο πάνω αναφερόμενα προκύπτει, πέραν πάσης αμφιβολίας, ότι η ΑΠ 790/1998 δεν έχει καθόλου ασχοληθεί με το εξεταζόμενο εδώ θέμα, δηλαδή αν η απόφαση για χορήγηση αδείας εγγραφής προσημειώσεως και η αίτηση γι’ αυτή, στης οποίας το περιθώριο έχει τεθεί η υπογραφή του καθ’ ου, ως άνω, μπορεί κατά το νόμο να στηρίξει ή όχι την έκδοση διαταγής πληρωμής.

6) Αλλά έχει ασχοληθεί η ΑΠ 790/1998 με άλλο θέμα και απάντησε θετικά, ότι η έγγραφη εξώδικη ομολογία, που είχε δεχθεί η απόφαση του Εφετείου, ότι είχε κάνει ο οφειλέτης για την ύπαρξη της απαιτήσεως, στηρίζει την έκδοση διαταγής πληρωμής, το οποίο σήμερα τουλάχιστον είναι κοινώς παραδεκτό [10].

7) Επί της ουσίας της άνω υποθέσεως εκθέτω τη γνώμη μου κατωτέρω.

Ε) Απόψεις Βασ. Μπρακατσούλα

1) Σχετικώς με το θέμα αυτό έχει ασχοληθεί ο Βασ. Μπρακατσούλας στα συγγράμματά του αφ’ ενός Ασφαλιστικά Μέτρα, 2005, σελ. 277, αφ’ ετέρου Διαταγή Πληρωμής, Πιστωτικοί Τίτλοι και Διαδικασία, 2004, σελ. 42. Στο μεν πρώτο αναγράφει «Υπογραμμίζουμε ότι η συμφωνία των διαδίκων για τη συναινετική εγγραφή προσημείωσης δεν δεσμεύει το δικαστήριο να τη διατάξει και ότι η συναίνεση του οφειλέτη κατά τη διεξαγωγή της σχετικής δίκης σημαίνει απλή ομολογία ή αποδοχή της αίτησης του αντιδίκου», στο δε δεύτερο αναγράφει «Στο πλαίσιο αυτό είναι έγγραφο και η απόφαση περί εγγραφής προσημειώσεως που περιέχει την εξώδικη ομολογία του οφειλέτη για το διαλαμβανόμενο σ’ αυτή ποσό (ΑΠ 790/1999 ΝοΒ 49/24)».

2) Εθεώρησα αναγκαία την παράθεση και των δύο αποσπασμάτων, ως άνω, τα οποία αλληλοσυμπληρώνονται και έτσι υπάρχει δυνατότης ορθής αντιλήψεως και κριτικής της υποστηριζομένης απόψεως.

3) Στο πρώτο απόσπασμα αναφέρεται σε συναίνεση του οφειλέτη, που ενώ ακολούθως την χαρακτηρίζει ως ομολογία ή αποδοχή, εν τούτοις δέχεται ότι δεν δεσμεύει το δικαστήριο. Ορθό όμως είναι ότι η συναίνεση δεν είναι ούτε ομολογία, ούτε αποδοχή, όπως κατωτέρω αναπτύσσω. Ενώ αν ήτο ομολογία ή αποδοχή, τότε το δικαστήριο θα εδεσμεύετο και θα έπρεπε σε ομολογία μεν να θεωρήσει ότι πλήρως απεδείχθησαν τα γεγονότα που ομολογήθησαν (άρθρο 352 ΚΠολΔ), σε αποδοχή δε να εκδώσει απόφαση σύμφωνη με την αποδοχή (άρθρο 298 εδ. γ’ ΚΠολΔ). Άρα η συναίνεση, αν χαρακτηρισθεί από το δικαστήριο που δικάζει την αίτηση χορήγηση αδείας εγγραφής προσημειώσεως ως ομολογία ή αποδοχή δεσμεύει το δικαστήριο αυτό[11].

Σε κάθε περίπτωση, ως ακολούθως, δεν ενδιαφέρει αν έχει συναινέσει ή όχι ο οφειλέτης, αλλά τι έχει δεχθεί η απόφαση χορηγήσεως αδείας εγγραφής προσημειώσεως, σχετικά με τον νομικό χαρακτηρισμό της συναινέσεως.

4) Στο δεύτερο, ως άνω, απόσπασμα, δέχεται ότι η απόφαση χορηγήσεως αδείας εγγραφής προσημειώσεως που περιέχεται ομολογία είναι έγγραφο για έκδοση διαταγής πληρωμής. Από την διατύπωση φαίνεται να δέχεται ότι η απόφαση περί εγγραφής προσημειώσεως περιέχει πάντοτε ομολογία του οφειλέτη, ενώ συχνότερα δεν περιέχει ομολογία, αφού σε δίκη ασφαλιστικών μέτρων, κατ’ άρθρο 690 § 1 ΚΠολΔ, αρκεί πιθανολόγηση των ισχυρισμών.

Αλλά και αν περιέχεται στην απόφαση ομολογία (που για τον δικαστή που θα εξετάσει την αίτηση για έκδοση διαταγής πληρωμής είναι εξώδικη ομολογία), αυτό δεν αρκεί, γιατί θα πρέπει στην απόφαση να αναφέρεται συγχρόνως ότι υπήρχε απαίτηση του υπέρ ου η άδεια εγγραφής προσημειώσεως κατά του καθ’ ου, όπως ακολούθως αναπτύσσω. Δηλαδή θεωρώ ότι συνήθως η απόφαση που χορηγεί άδεια εγγραφής προσημειώσεως δεν είναι έγγραφο για έκδοση διαταγής πληρωμής.

ΣΤ) Τεκμήρια – απόφαση ασφαλιστικών μέτρων

1) Προβλέπονται δύο είδη τεκμηρίων από τον Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας, τα νόμιμα και τα δικαστικά.

2) Τα νόμιμα τεκμήρια προβλέπονται από το άρθρο 338 § 2 ΚΠολΔ, κατά το οποίο «Όταν ο νόμος ορίζει κάποιο τεκμήριο για την ύπαρξη ενός πραγματικού γεγονότος, επιτρέπεται αντίθετη απόδειξη αν δεν ορίζεται διαφορετικά».

            Είναι δε νόμιμα τεκμήρια τα συμπεράσματα που συνάγει ο νόμος για άγνωστα πράγματα από τα αναφερόμενα στο νόμο γνωστά πράγματα[12].

3) Τα δικαστικά δε τεκμήρια είναι τα συμπεράσματα που συνάγει ο δικαστής από γνωστά πράγματα για άγνωστα[13].

Είναι δε ένα από τα αποδεικτικά μέσα, που προβλέπονται από το άρθρο 339 ΚΠολΔικ, κατά το οποίο «Αποδεικτικά μέσα είναι η ομολογία, η αυτοψία, η πραγματογνωμοσύνη, τα έγγραφα, η εξέταση των διαδίκων, οι μάρτυρες και τα δικαστικά τεκμήρια».

Αποτελούν τα δικαστικά τεκμήρια έμμεση απόδειξη[14]. Στις περιπτώσεις δε που επιτρέπεται απόδειξη μόνον με έγγραφα, όπως για την έκδοση διαταγής πληρωμής, δεν επιτρέπεται η απόδειξη με δικαστικά τεκμήρια.

4) Σε αποφάσεις χορηγήσεως αδείας εγγραφής προσημειώσεως, οι οποίες εκδίδονται με την διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων, για να γίνουν δεκτές οι αιτήσεις αρκεί κατά το άρθρο 690 § 2 ΚΠολΔ πιθανολόγηση των ισχυρισμών.

Ενώ, όπως ανεφέρθη, όταν κατ’ εξαίρεση, η απόφαση ασφαλιστικών μέτρων δεχθεί ότι υπήρξε ομολογία του καθ’ ου, τότε θα δεχθεί ότι έχουν αποδειχθεί πλήρως τα πραγματικά περιστατικά[15] και όχι ότι απλώς πιθανολογούνται.

5) Όταν λοιπόν στην απόφαση χορηγήσεως αδείας εγγραφής προσημειώσεως αναφέρεται ότι υπήρξε ομολογία του καθ’ ου, η απόφαση αυτή αποτελεί εξώδικη ομολογία σε άλλη δίκη[16], ώστε είναι κατ’ αρχάς κατάλληλο έγγραφο για έκδοση διαταγής πληρωμής.

6) Όταν όμως στην απόφαση χορηγήσεως αδείας εγγραφής προσημειώσεως αναφέρεται πιθανολόγηση των πραγματικών περιστατικών, η απόφαση αυτή, όπως κάθε απόφαση ασφαλιστικών μέτρων, αποτελεί δικαστικό τεκμήριο σε άλλη δίκη[17]. Ώστε απόφαση χορηγήσεως αδείας εγγραφής προσημειώσεως, που έκανε δεκτή την αίτηση με πιθανολόγηση των περιστατικών, δεν είναι κατάλληλο έγγραφο για έκδοση διαταγής πληρωμής.

Ζ) Τι είναι η συναίνεση

1) Η αναφερομένη υπογραφή του καθ’ ου η αίτηση για χορήγηση αδείας εγγραφής προσημειώσεως στο περιθώριο επάνω δεξιά της αιτήσεως κάτω από τη ομοίως στο περιθώριο ευρισκομένη λέξη συναινώ, όπως και η αναγραφή του αριθμού ταυτότητος του καθ’ ου δεν προβλέπονται από κάποια διάταξη νόμου, ως προϋπόθεση στη διαδικασία εκδικάσεως των αιτήσεων χορηγήσεως αδείας εγγραφής προσημειώσεως ή της διαδικασίας των ασφαλιστικών μέτρων ή της δίκης γενικώτερα. Αλλά έχουν καθιερωθεί για διασφάλιση του δικαστή, ότι αφ’ ενός αυτός που παρέστη αυτοπροσώπως ήτο πράγματι ο καθ’ ου, που κατά τα ιστορούμενα στην αίτηση είναι ιδιοκτήτης του αναφερομένου στην αίτηση ακινήτου, αφ’ ετέρου ότι αυτός συναινεί. Άλλοι δικαστές γράφουν απλώς την λέξη συναινώ, ενώ άλλοι γράφουν συναινώ στην λήψη του αιτουμένου ασφαλιστικού μέτρου.

2) Όπως έχω αναφέρει στην άνω μελέτη μου[18] «είναι δε η συναίνεση αυτή η προβλεπομένη από το άρθρο 236 ΑΚ, δίδεται δε προς τον δικαστή, όπως συμβαίνει στο άρθρο 1577 ΑΚ στην περίπτωση υιοθεσίας, που προβλέπεται και ο υιοθετούμενος ή οι γονείς του συναινούν προς το δικαστήριο. Κατ’ ακολουθίαν αυτών, η υπογραφή στην αίτηση για χορήγηση αδείας προσημειώσεως από τον οφειλέτη – που ετέθη κάτω από την λέξη συναινώ (μαζί με την λέξη συναινώ) αποδεικνύει ότι απλώς ο καθ’ ού συνήνεσε για κάτι. Σε συνδυασμό δε με το ότι η λέξη συναινώ και η υπογραφή ετέθησαν στην αίτηση χορηγήσεως αδείας εγγραφής προσημειώσεως αποδεικνύεται (εμμέσως) ότι η συναίνεση του οφειλέτη εδίδετο για την χορήγηση αδείας εγγραφής προσημειώσεως. Οπωσδήποτε η υπογραφή του καθ’ ου κάτω από την λέξη συναινώ επ’ ουδενί αποτελεί ανάληψη υποχρεώσεως, ούτε αποδεικνύει (αμέσως) την ύπαρξη της απαιτήσεως και το οφειλόμενο ποσόν».

3) Και προσθέτω εδώ, ότι η λέξη συναινώ με την υπογραφή αποτελούν ιδιωτικό έγγραφο. Τίθεται όμως το θέμα τι καλύπτει η υπογραφή του καθ’ ου η αίτηση, που έχει θέσει στο περιθώριο κάτω από την λέξη συναινώ ή τη φράση συναινώ για τη λήψη του αιτουμένου ασφαλιστικού μέτρου. Αν δεσμεύεται, γιατί και σε τι ο θέσας την υπογραφή του στο ιδιωτικό αυτό έγγραφο[19].

Ανέφερα ακόμη σχετικά στην άνω προ 10ετίας μελέτη μου «Γενικώς είναι κρατούσα η άποψη, χωρίς ούτε μία εξαίρεση, ότι στο ιδιωτικό έγγραφο η υπογραφή του εκδότη θα πρέπει να τίθεται στο τέλος του ιδιωτικού εγγράφου και να καλύπτει ολόκληρο το κείμενο του εγγράφου[20]. Ώστε γραπτό κείμενο – πλην των αναφερομένων στο άρθρο 444 Κ.Πολ.Δικ. – το οποίο δεν καλύπτεται από την υπογραφή του εκδότη, δεν θεωρείται έγγραφο, με (άμεση) αποδεικτική δύναμη ή δεν θεωρείται έγγραφο με (άμεση) αποδεικτική δύναμη το τμήμα που δεν καλύπτεται από την υπογραφή  του εκδότη».

4) Εδώ όμως η υπογραφή που έχει τεθεί στο περιθώριο, δεν καλύπτει κανένα τμήμα της αιτήσεως, άρα δεν θεωρείται η αίτηση ότι έχει άμεση αποδεικτική δύναμη εις βάρος του καθ’ ου η αίτηση[21], πέραν του ότι αποτελεί αίτηση του αιτούντος κατ’ αυτού. Δηλαδή η υπογραφή του καθ’ ου στην αίτηση ουδέν προσθέτει, ουδεμία έννομη συνέπεια έχει εις βάρος του καθ’ ου. Ίσως να είχε κάποια έννομη συνέπεια αν η υπογραφή ετίθετο στο τέλος της αιτήσεως, αν εκάλυπτε την αίτηση, που, όπως ανεφέρθη, δεν την καλύπτει.

Η) Υποστηριχθείσες απόψεις

1) Κατ’ ακολουθίαν των αναφερομένων, μία υποστηριζόμενη άποψη στο θέμα αυτό, είναι ότι ο καθ’ ου η αίτηση με την υπογραφή του κάτω από τη λέξη συναινώ, αποδέχεται την αίτηση, οπότε εκδίδεται απόφαση σύμφωνη με την αποδοχή, κατ’ άρθρο 298 ΚΠολΔ. Σύμφωνα με το άρθρο 298 εδ. β η αποδοχή γίνεται είτε κατά το άρθρο 297 είτε σιωπηρά με πράξεις από τις οποίες συνάγεται σαφώς.

Σύμφωνα δε με το άρθρο 297 ΑΚ, η παραίτηση κατ’ άρθρα 294 και 296 γίνεται ή με δήλωση που καταχωρίζεται στα πρακτικά ή με δικόγραφο που επιδίδεται στον αντίδικο του παραιτουμένου.

Στην περίπτωση όμως της υπογραφής κάτω από τη λέξη συναινώ, στο περιθώριο της αιτήσεως, δεν συντρέχει καμία από τις αναφερόμενες τυπικές προϋποθέσεις. Ούτε του άρθρου 297 ΚΠολΔ, που απαιτεί καταχώρηση της δηλώσεως αποδοχής στα πρακτικά, ούτε η αίτηση είναι δικόγραφο του καθ’ ου επιδοθέν στον αντίδικο, ούτε συντρέχουν κατ’ άρθρο 298 ΚΠολΔ πράξεις του καθ’ ου, από τις οποίες να συνάγεται σαφώς σιωπηρά αποδοχή[22]. Ώστε είναι εσφαλμένη η άποψη περί αποδοχής της αιτήσεως.

Ενώ εξ άλλου είναι γνωστή η έννοια της αποδοχής και θα μπορούσε, αν κάτι τέτοιο επεδιώκετο, να αναγράφετο αντί για τη λέξη συναινώ η λέξη αποδέχομαι.

2) Δεύτερη άποψη είναι ότι ο καθ’ ου με την υπογραφή του στην αίτηση κάτω από τη λέξη συναινώ ομολογεί τα πραγματικά περιστατικά της αιτήσεως, τα οποία ο δικαστής υποχρεούται, και σε υπόθεση ασφαλιστικών μέτρων, να δεχθεί ότι έχουν πλήρως αποδειχθεί[23], όχι ότι απλώς πιθανολογούνται,  για την οποία άποψη για ομολογία στο επόμενο κεφάλαιο.

3) Ενώ αντίθετη τρίτη άποψη είναι ότι ο καθ’ ου δεν είχε πρόθεση να αποδεχθεί την αίτηση, ούτε είχε την απαιτούμενη πρόθεση για ομολογία (animus confidenti)[24], ως άνω, ούτε υπήρχαν τα άλλα απαραίτητα στοιχεία του άρθρου 623 ΚΠολΔ.

Αυτά τα τελευταία είναι, πέραν πάσης αμφιβολίας, φανερά, όταν στην αίτηση για χορήγηση αδείας εγγραφής προσημειώσεως (ρητώς) αναφέρεται ότι θα χορηγηθεί (μελλοντικώς) το δάνειο ή η πίστωση, που όπως πιο πάνω ανεφέρθη είναι το συνηθέστερο, όταν την αίτηση ασκεί Τράπεζα.

Σε κάθε δε περίπτωση, όπως ανεφέρθη, θα πρέπει να αποδειχθεί η ύπαρξη πρόθεσης ομολογίας του καθ’ ου.

Η πρόθεση δε για να υπάρξει προϋποθέτει πλήρη γνώση αυτού που έχει την πρόθεση και ακολούθως ενέργεια του με βάση αυτήν τη γνώση του. Ενώ στις περιπτώσεις αυτές, ως άνω, υπάρχει άγνοια του καθ’ ου τι ενεργεί και γιατί.

4) Εξ άλλου τόσο στην περίπτωση της αποδοχής, όσο και της ομολογίας ο δικαστής θα πρέπει στην μεν αποδοχή να αναφέρει ότι εκδίδει, κατ’ άρθρο 298 εδ. γ ΚΠολΔ, την απόφαση, σύμφωνα με την αποδοχή[25], στην δε δικαστική ομολογία να αναφέρει ότι υπήρξε πλήρης απόδειξη[26], ενώ και στις δύο αυτές περιπτώσεις, αποδοχής και ομολογίας, δεν θα πρέπει να αναφέρει στην απόφαση πιθανολόγηση είτε για να δεχθεί την αίτηση είτε για να την απορρίψει[27].

Κατ’ ακολουθίαν αυτών, μετά την έκδοση της αποφάσεως χορηγήσεως αδείας εγγραφής προσημειώσεως, δεν ενδιαφέρει η αίτηση, αλλά η απόφαση και τι αναγράφεται σ’ αυτή, αν αναγράφεται ότι υπήρξε αποδοχή ή ομολογία ή πιθανολόγηση. Δηλαδή η αίτηση, μετά την έκδοση της αποφάσεως, δεν μπορεί να εκτιμηθεί διαφορετικά από το Δικαστήριο που θα εξετάσει την αίτηση για έκδοση διαταγής πληρωμής, όπως να δεχθεί ότι περιέχει ομολογία του καθ’ ου. Πολύ περισσότερο όταν η εκδοθείσα με βάση αυτή απόφαση έχει δεχθεί πιθανολόγηση των πραγματικών γεγονότων.

Θ) Προσθέτως και ειδικώτερα η ομολογία και η συναίνεση

1) Γενικώς στις αποφάσεις ασφαλιστικών μέτρων και στην απόφαση χορηγήσεως αδείας εγγραφής προσημειώσεως η απόδειξη γίνεται με βάση την πιθανολόγηση. Οι αποφάσεις δε ασφαλιστικών μέτρων υπάγονται στην κατηγορία των ανωνύμων αποδεικτικών μέσων και οι αποφάσεις αυτές και τα δεκτά γενόμενα από αυτές αποτελούν δικαστικά τεκμήρια[28].

2) Αν όμως υπάρξει δικαστική ομολογία, που είναι η ομολογία που γίνεται στο δικάζον την υπόθεση δικαστήριο, τότε με εξαίρεση ίσως την σύνθετη ομολογία, για το ομολογούμενο πραγματικό γεγονός παράγεται πλήρης απόδειξη, και το δικαστήριο υποχρεούται αφ’ ενός να αναφέρει στην απόφασή του τι ακριβώς είχε ομολογηθεί, αφ’ ετέρου να δεχθεί, ακόμη και η απόφαση ασφαλιστικών μέτρων, ως αποδειχθέντα τα ομολογηθέντα, έστω και αν δεν πιθανολογούνται, με βάση τα άλλα τεθέντα υπόψη του δικαστηρίου αποδεικτικά μέσα[29].

2) Η ομολογία δε τόσο η δικαστική, όσο και η εξώδικη, θα πρέπει να είναι ρητή, σαφής και ορισμένη[30]. Στοιχεία που δεν έχει η δήλωση «συναινώ», αφού αφήνει την δυνατότητα εκφράσεως περισσοτέρων, ως άνω, υποθέσεων (αποδοχή, ομολογία, ουδέν από αυτά), δηλαδή αυτό ακριβώς, που όταν συμβαίνει η αγωγή απορρίπτεται ως αόριστη και άρα και η «ομολογία» είναι αόριστη.

3) Όμως στην εξώδικη ομολογία, που είναι η ομολογία που έγινε εκτός του δικάζοντος δικαστηρίου, η πρόθεση ομολογίας θα πρέπει να αποδεικνύεται, αφού δεν είναι πάντοτε βέβαιο αν πραγματικά ο διάδικος ήθελε να κάνει ομολογία[31].

Ενώ, σύμφωνα με το άρθρο 354 ΚΠολΔ ο ομολογήσας μπορεί να ανακαλέσει την ομολογία του, αν αποδείξει ότι δεν ανταποκρίνεται στην αλήθεια[32]. Η ανάκληση μπορεί να γίνει εδώ με ανακοπή κατά της διαταγής πληρωμής

4) Η ομολογία δε, που τυχόν εδέχθη η απόφαση που παρέσχε άδεια εγγραφής προσημείωσης, για τον δικαστή που εξετάζει την αίτηση για έκδοση διαταγής πληρωμής, είναι εξώδικη ομολογία.

5) Ώστε στην περίπτωση που έκρινε η ΑΠ 790/1999 είχε μεν η απόφαση του Εφετείου δεχθεί εξώδικη ομολογία, αλλά είχε δεχθεί και ύπαρξη του προσύμφωνου, όπως έχει δεχθεί η απόφαση ΑΠ. Από τον συνδυασμό δε των άνω δύο σκέψεων (ομολογία και προσύμφωνο) αποδεικνύεται ότι δεν είχε υπάρξει καταβολή του ποσού του δανείου από τον αιτούντα στον καθ’ ου η αίτηση, ούτε υπήρχε έγγραφο περί αυτού. Έτσι από τις παραδοχές του Εφετείου αφ’ ενός απεδεικνύετο ότι η ομολογία δεν ανταποκρίνεται στην αλήθεια, ώστε συντρέχουν οι προϋποθέσεις, ως άνω, ανακλήσεως της ομολογίας (άρθρο 354 ΚΠολΔ).

Αφ’ ετέρου δε αποδεικνύεται από την απόφαση χορηγήσεως αδείας εγγραφής προσημειώσεως ότι ο καθ’ ου η αίτηση για έκδοση διαταγής πληρωμής δεν έχει λάβει κάποιο χρηματικό ποσόν, κατ’ ακολουθίαν του οποίου, κατ’ άρθρο 806 ΑΚ, να είχε υποχρέωση να καταβάλλει στον αιτούντα ορισμένο ποσόν, που αμφότερα, απαίτηση και ποσόν, να αποδεικνύονται εγγράφως[33].

Και γι’ αυτούς τους λόγους θα έπρεπε να απορριφθεί η αίτηση για έκδοση διαταγής πληρωμής, ενώ θα γίνει δεκτή η ανακοπή που θα περιέχει τέτοιο λόγο, αφού η υπόθεση εισάγεται κατά τους λόγους ανακοπής και το αιτητικό[34].

Ι) Συμπεράσματα

1) Η αίτηση για χορήγηση αδείας εγγραφής προσημειώσεως, κατά τα αναφερόμενα, μετά την έκδοση της επιδιωκομένης με αυτή αποφάσεως, ουδεμία νομική αξία έχει για το δικαστήριο που θα επιληφθεί της αιτήσεως εκδόσεως διαταγής πληρωμής. Σημασία έχει μόνη η απόφαση που εδέχθη την αίτηση ή την απέρριψε και τι αναγράφεται στην απόφαση αυτή ως αιτιολογία. Αν δέχεται πιθανολόγηση των πραγματικών γεγονότων αποτελεί δικαστικό τεκμήριο για το άλλο δικαστήριο, ενώ αν δέχεται ότι ομολογήθησαν αποτελεί εξώδικη ομολογία για άλλο δικαστήριο.

2) Σε κάθε άλλη οποιαδήποτε περίπτωση, όπως όταν η απόφαση χορηγήσεως αδείας εγγραφής προσημειώσεως αναφέρει ότι εβασίσθη σε πιθανολόγηση ή ουδέν αναφέρει για τον τρόπο αποδείξεως ή απλώς αναφέρει ότι ο καθ’ ου συνήνεσε, ή όταν ουδέν γι’ αυτό αναφέρει, τότε η απόφαση που εχορήγησε άδεια εγγραφής προσημειώσεως (και η αίτηση), χωριστά η κάθε μία ή και από κοινού αποτελεί τεκμήριο, ενώ αυτό που ενδιαφέρει και είναι αναμφισβήτητο, είναι ότι δεν είναι έγγραφα μαρτυρίας του καθ’ ου η αίτηση εις βάρος του, και δεν περιέχουν εξώδικη ομολογία του καθ’ ου. Ώστε δεν μπορεί με βάση αυτές να εκδοθεί διαταγή πληρωμής.

3) Ενώ, σε κάθε περίπτωση, και αν ακόμη η απόφαση χορηγήσεως αδείας εγγραφής προσημειώσεως αναφέρει ότι ο καθ’ ου ομολόγησε την οφειλή και το ποσόν της, δεν εκδίδεται εγκύρως διαταγή πληρωμής με βάση την απόφαση χορηγήσεως αδείας εγγραφής προσημειώσεως (και την αίτηση γι’ αυτή), αν αναγράφεται στην απόφαση χορηγήσεως αδείας εγγραφής προσημειώσεως (και στην αίτηση γι’ αυτή), ότι ο αιτών θα εχορηγούσε δάνειο στον καθ’ ου ή θα άνοιγε πίστωση στον καθ’ ου ή θα επωλούσε εμπορεύματα με πίστωση στον καθ’ ου. Αφού έτσι δεν υπάρχει και κυρίως δεν αποδεικνύεται εγγράφως η αναγκαία θετική προϋπόθεση, κατά τα άρθρα 623 και 624 ΚΠολΔ, της απαιτήσεως και του ποσού του αιτούντος την έκδοση διαταγής πληρωμής κατά του καθ’ ου.

4) Μόνη περίπτωση, για να εκδοθεί διαταγή πληρωμής, ως άνω, με βάση την απόφαση (και την αίτηση) χορηγήσεως αδείας εγγραφής προσημειώσεως, η οποία να μην ακυρωθεί κατ’ ακολουθίαν ανακοπής, κατ’ άρθρο 632 ή 633 § 2 ΚΠολΔ, θα είναι όταν γίνεται δεκτό στην απόφαση χορηγήσεως αδείας εγγραφής προσημειώσεως, ότι υπήρξε ομολογία του καθ’ ου για την απαίτηση και το ποσόν, ήτοι να υπάρχει εξώδικη ομολογία του καθ’ ου και για τα δύο στοιχεία και με βάση τις ομολογίες αυτές να είχε γίνει δεκτή η αίτηση. Επί πλέον θα πρέπει να γίνεται δεκτό στην απόφαση χορηγήσεως αδείας εγγραφής προσημειώσεως ότι υπήρχε (τότε) απαίτηση του αιτούντος κατά του καθ’ ου, π.χ. ότι είχε ήδη τότε χορηγηθεί το δάνειο, είχε (τότε) γίνει η πώληση με πίστωση και παράδοση των εμπορευμάτων, για να υπάρχει απαίτηση, σύμφωνα με τις προϋποθέσεις του άρθρου 624 § 1 ΚΠολΔ, δεδομένου ότι δεν εφαρμόζεται το άρθρο 69 ΚΠολΔ σε έκδοση διαταγής πληρωμής.

 Αθήναι 1/4/2006

Θ.Δ. 121



[1]Γ. Μπαλής, Γεν. Αρχαί, έκδοση Η, σελ. 160, ότι «Ο επιχειρών την δικαιοπραξίαν δι’ εαυτόν (δηλ. ουχί ως αντιπρόσωπος άλλου), εμφανιζόμενος όμως υπό αλλότριον όνομα (π.χ. ο Α, αποκρύπτων την ταυτότητά του, εμφανίζεται ως Κ και συμβάλλεται ούτω μετά του Β), καταρτίζει εγκύρως την δικαιοπραξίαν δι’ εαυτόν προσωπικώς – έστω και παραστάς υπό ξένον όνομα – επομένως και το περί της δικαιοπραξίας έγγραφον εγκύρως υπογράφεται υπ’ αυτού υπό το ξένον όνομα και δεσμεύει αυτόν προσωπικώς, Απ. Γεωργιάδης, Γενικές Αρχές ΑΚ, 1995, σελ. 228, Σπ. Βρέλλης εις Γεωργ – Σταθ., ΑΚ 160 αρ. 3, Ιωαν. Μάρκου, Δίκαιο Επιταγής, Έκδοση Γ, σελ. 77, Κ. Σημαντήρας, Γενικαί Αρχαί, έκδοση Γ, αρ. 672 – 673.

[2] ΕφΑθ 331/2006, αδημοσίευτη, που εδέχθη την αγωγή, σε περίπτωση που ο εναγόμενος είχε εκδώσει επιταγή, υπογράφοντας καταφανώς με άλλο όνομα, υπόθεση που είχα χειρισθεί.

[3]  Π. Γεσίου – Φαλτσή, Δίκαιο Αποδείξεως, 1985, σελ. 278 που παραπέμπει εις ΕφΑθ 4587/1977, Αρμ 1978/68.

[4] Αλ. Κιάντου – Παμπούκη, Η ουσιαστική και δικονομική άμυνα του οφειλέτη κατά της διαταγής πληρωμής, 1993, σελ. 44, Γ. Νικολόπουλος, Σκοπός, φύση και ρύθμιση της διαταγής πληρωμής, 1995, σελ. 45, Στ. Πανταζόπουλος, Η ανακοπή κατά διαταγής πληρωμής, 2001, σελ. 53, Νικ. Παϊσίδου Τα δικαστικά τεκμήρια στην πολιτική δίκη, 1991, σελ. 210, 217 με παραπομπές, ΟλΑΠ 13/1997 ΕλλΔ 1997/771, ΑΠ 54/1990 ΕλλΔικ 1991/62.

[5] Αθαν. Αθανασάς, Έκδοση διαταγής πληρωμής με βάση την αίτηση για χορήγηση αδείας εγγραφής προσημειώσεως και την απόφαση προσημειώσεως, ΑρχΝομ 1996/667 (669).

[6]               ΕιρΑθ 794/1994, ΑρχΝομ 1996/69.

[7] Χαρ. Απαλαγάκη, Προσημείωση Υποθήκης, η δικονομική της θεώρηση, 2005.

[8] ΑΠ 790/1998, ΝοΒ 2001/24 (25).

[9] Τα με ζωηρά γράμματα τμήματα της ΑΠ 790/1998 έχουν γίνει από μένα.

[10] Αλ. Κιάντου – Παμπούκη, Η ουσιαστική και δικονομική άμυνα του οφειλέτη κατά της διαταγής πληρωμής, 1993, σελ. 44, Γ. Νικολόπουλος, Σκοπός, φύση και ρύθμιση της διαταγής πληρωμής, 1995, σελ. 45, Στ. Πανταζόπουλος, Η ανακοπή κατά διαταγής πληρωμής, 2001, σελ. 53, Νικ. Παϊσίδου Τα δικαστικά τεκμήρια στην πολιτική δίκη, 1991, σελ. 210, 217 με παραπομπές, ΟλΑΠ 13/1997 ΕλλΔ 1997/771, ΑΠ 54/1990 ΕλλΔικ 1991/62.

[11] Π. Γέσιου – Φαλτσή, ενθ’ ανωτ., σελ. 147, για την επίδραση στην αποδοχή και την ομολογία όταν η αγωγή δεν είναι βάσιμη.

[12] Π. Γέσιου – Φαλτσή, Δίκαιο Αποδείξεως, 1981, σελ. 115, Νικ. Παϊσίδου, Τα Δικαστικά Τεκμήρια στην Πολιτική Δίκη, 1991, σελ. 59.

[13] Π. Γέσιου – Φαλτσή, ενθ’ ανωτ, σελ. 227.

[14] Π. Γέσιου – Φαλτσή, ενθ’ ανωτ, σελ. 229.

[15] Π. Γέσιου – Φαλτσή, ενθ’ ανωτ, σελ. 146, Γ. Νικολόπουλος, ενθ΄ανωτ, Απόδειξη, σελ. 164.

[16] Γ. Νικολόπουλος, ενθ’ ανωτ., σελ. 115 – 116, Π. Γέσιου – Φαλτσή, ενθ’ ανωτ, σελ. 235.

[17] Γ. Νικολόπουλος, ενθ’ ανωτ., σελ. 272, 274, Νικ. Παϊσίδου, ενθ’ ανωτ, σελ. 234 σημ. 102.

[18] Αθαν. Αθανασάς ενθ’ ανωτ. 669 Ι.

[19]  Δημόσιο είναι το έγγραφο, που κατά τα άρθρα 438 επ. ΚΠολΔ συντάσσεται από δημόσιο υπάλληλο ή λειτουργό.

[20] Π. Αρβανιτάκης Μελέτη Αρμ 1990 σελ. 1068, Σπύρος Βρέλλης εις Γεωργιάδη – Σταθόπουλου ΑΚ 160 αρ. 10, Γ. Κωστάρα «Περί της θέσεως της υπογραφής εν τη ιδιογράφω διαθήκη» ΝοΒ 1963 σελ. 541, Γ. Μπαλής Γενικαί Αρχαί παρ. 160 αρ. 14, Κ. Σημαντήρας Γενικαί Αρχαί αρ. 675, Σ. Σπυριδάκης Γενικές Αρχές, 1979, σελ. 93, Σταυρόπουλος Ερμηνεία Κ.Πολ.Δικ. άρθρον 443 αρ. 3, ΕφΘρ 44/70 Αρμ 1970/746), Αθαν. Αθανασάς, Η επιταγή είναι άκυρη χωρίς τη λέξη Επιταγή – Έννομες συνέπειες σε ακυρότητα – έκπτωση, ΕΕμπΔ 2001/164..

[21] Π. Γέσιου – Φαλτσή, ενθ’ ανωτ. σελ. 279.

[22] ΑΠ 763/2003 ΕλλΔικ 2005/86 να συνάγεται σαφώς η αποδοχή ρητώς ή σιωπηρώς. ΕφΘεσσ 993/2004 Αρμ 2005/394 με σημ. ΠΣΑ, ότι η παραίτηση από την αγωγή δεν γίνεται με τις προτάσεις, αλλά με δήλωση που καταχωρείται στα πρακτικά ή με δικόγραφο που επιδίδεται στον αντίδικο.

[23] Π. Γέσιου – Φαλτσή, Δίκαιο Αποδείξεως, 1985, σελ. 146, Γ. Νικολόπουλος σελ. 164.

[24] Γ. Νικολόπουλος, ενθ’ ανωτ. σελ. 115 – 116, που παραπέμπει εις Μητσόπουλο, Η πιθανολόγησις εν τω Αστικώ Δικονομικώ Δικαίω, 1952, σελ. 33 σημ. 9, Μπέη, άρθρο 347 σ. 1575, Ν. Νίκα Δ 1997/634, Κεραμεύς / Κονδύλης / Νίκας (Τέντες) ΚΠολΔ άρθρο 347 αρ 2.

[25] Γ. Νικολόπουλος, ενθ’ ανωτ. σελ. 160 που αναφέρει ότι η εκ μέρους του διαδίκου αναγνώριση ότι καταρτίσθηκε το δάνειο, αποτελεί ομολογία, ενώ ότι το ποσό του επιδίκου δανείου οφείλεται αποτελεί αποδοχή ή αναγνώριση της δικονομικής αξιώσεως.

[26] Γ. Νικολόπουλος, ενθ’ ανωτ. σελ. 115 – 116, για δίκη ασφαλιστικών μέτρων.

[27] Γ. Νικολόπουλος, ενθ’ ανωτ. σελ. 116.

[28] Γ. Νικολόπουλος ενθ’ ανωτ. σελ. 272, 274, Νικ. Παϊσίδου, Τα δικαστικά τεκμήρια στην πολιτική δίκη, 1991, σελ. 234 σημ. 102 με παραπομπές στη νομολογία.

[29] Γ. Νικολόπουλος, ενθ’ ανωτ., σελ. 115 – 116, Π. Γέσιου – Φαλτσή, Δίκαιο Αποδείξεως, 1985, 235, που παραπέμπει εις ΑΠ 258/1978, ΑρχΝομ 1978/47.

[30] Γ. Νικολόπουλος, ενθ’ ανωτ., σελ. 161, ότι η δικαστική θα πρέπει να είναι σαφής και ορισμένη, παραπέμποντας σε ΑΠ 1538/2001 ΕλλΔικ 2003/1631 και η εξώδικη να είναι ρητή και σαφής, παραπέμποντας σε ΑΠ 354/2001 ΕλλΔικ 2002/150.

[31]  Π. Γέσιου – Φαλτσή ενθ’ ανωτ. σελ. 145, με παραπομπές εις νομολογία ΑΠ 575/1975 ΝοΒ 1975/151.

[32] Γ. Νικολόπουλος, ενθ’ ανωτ., σελ. 169, Π. Γεσίου – Φαλτσή, ενθ’ ανωτ., σελ. 155.

[33] ΕφΑθ 3601/2004, ΕλλΔικ 2005/228, ότι ακυρώνεται η διαταγή πληρωμής λόγω διαδικαστικού απαραδέκτου, αν η απαίτηση και το ποσόν δεν αποδεικνύονται εγγράφως.

[34] ΑΠ 50/2004, ΝοΒ 2004/1369, ότι είναι απαραίτητο να περιέχεται στην αίτηση κατά τρόπο σαφή και ορισμένο η ένσταση.