Α) ΑΝΤΙΚΕΙΜΕΝΟ ΑΠΟΔΕΙΞΕΩΣ

1) Κατά το άρθρο 591 § 1 ΚΠολΔ στις ειδικές διαδικασίες, μεταξύ των οποίων της εκδόσεως διαταγής πληρωμής, εφαρμόζονται τα άρθρα 1 έως 590, μεταξύ των οποίων οι διατάξεις αποδείξεων των άρθρων 335 επ. ΚΠολΔ.

2) Ειδικώτερα στο άρθρο 335 ΚΠολΔ ορίζεται ότι «αντικείμενο απόδειξης είναι μόνο τα πραγματικά γεγονότα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης».

3) Τα αποδεικτέα δε πραγματικά γεγονότα, σύμφωνα με το άρθρο 106 ΚΠολΔ, εισφέρονται στη δίκη με αιτήσεις των διαδίκων, με τους περιεχομένους σ” αυτές πραγματικούς ισχυρισμούς των[1].

4) Ώστε πραγματικά γεγονότα που δεν έχουν εισαχθεί στη δίκη με πραγματικούς ισχυρισμούς των διαδίκων, δεν αποτελούν αντικείμενα αποδείξεων και δεν λαμβάνονται παραδεκτά υπ” όψη από το δικαστήριο[2], τόσο γενικώς, όσο και για την έκδοση διαταγής πληρωμής.

5) Ώστε μόνα τα πραγματικά γεγονότα, που εισφέρονται από τους διαδίκους στη δίκη, ως άνω, με τους πραγματικούς ισχυρισμούς των, αποτελούν, κατά το άρθρο 335 ΚΠολΔ, το αντικείμενο της αποδείξεως[3], όπως ανεφέρθη.

6) Ακριβέστερα δε αντικείμενο αποδείξεως, γιατί έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, είναι τα πραγματικά γεγονότα, που έχουν παραδεκτώς εισφερθεί στην δίκη και κυρίως αποτελούν στοιχεία του πραγματικού του ορισμένου εφαρμοστέου ουσιαστικού κανόνα δικαίου, τα οποία (πραγματικά γεγονότα) όταν αποδειχθούν, επιφέρουν την έννομη συνέπεια που ορίζει ο ουσιαστικός νόμος[4].

α) Όχι τα δικαιώματα αντικείμενο αποδείξεως

7) Όμως τα ίδια τα δικαιώματα και οι έννομες σχέσεις, κατά την κρατούσα άποψη, δεν μπορούν να αποτελέσουν αντικείμενο αποδείξεως[5]. Με εξαίρεση, όπως υποστηρίζεται, όταν αποτελούν τον λόγο άλλων εννόμων συνεπειών, όταν δηλαδή αποτελούν στοιχεία του πραγματικού (άλλου) ουσιαστικού κανόνα δικαίου, που είναι εφαρμοστέος, όταν αυτά θα έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης και γι” αυτό, κατά το άρθρο 335 ΚΠολΔ, είναι πραγματικά γεγονότα αποδεικτέα και εμπίπτουν στην έννοια του αντικειμένου αποδείξεως[6].

8) Έτσι, κατά τον αναφερθέντα κανόνα, όταν πρόκειται για δικαίωμα ή έννομη σχέση, αντικείμενο αποδείξεως είναι τα πραγματικά γεγονότα, τα οποία συνιστούν τον τρόπο κτήσεως του δικαιώματος και δεν είναι το δικαίωμα καθ” εαυτό, το οποίο αποτελεί αντικείμενο δικαστικής κρίσεως και όχι αποδείξεως[7].

β) Αοριστία – Απαράδεκτο αιτήσεως

9) Κατ” ακολουθίαν αυτών η αίτηση για έκδοση διαταγής πληρωμής, στην οποία αίτηση αναφέρεται μόνον το κατάλοιπο, χωρίς να αναφέρονται τα κονδύλια των χρεωπιστώσεων, είναι αόριστη, αφού δεν περιέχει, όπως ανεφέρθη, τα αποδεικτέα πραγματικά περιστατικά, που έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, ήτοι δεν περιέχει τις χρεωπιστώσεις, από τις οποίες προέκυψε το κατάλοιπο (που είναι το δικαίωμα του αιτούντος).

10) Εξ άλλου δεν αποδεικνύει τα αποδεικτέα πραγματικά γεγονότα το απόσπασμα των εμπορικών βιβλίων του αιτούντος, όταν έχει συμφωνηθεί ότι αυτό θα αποδεικνύει το κατάλοιπο. Αφού δεν μπορεί, ως άνω, να είναι αντικείμενο αποδείξεως το δικαίωμα. Ενώ θα ήτο παραδεκτό το απόσπασμα, όταν είχε συμφωνηθεί ότι θα αποδεικνύει τα κονδύλια των χρεωπιστώσεων ή την κίνηση του λογαριασμού.

Β) ΑΠΟΔΕΙΚΤΕΑ

1) Στο άρθρο 623 ΚΠολΔ ορίζεται ότι με έγγραφα θα πρέπει να αποδεικνύονται δύο στοιχεία. Αφ” ενός «το οφειλόμενο ποσό«, αφ” ετέρου η «απαίτηση«[8], που απαίτηση είναι η έννομη σχέση από την οποία απορρέει το οφειλόμενο ποσό[9].

Γ) ΕΣΦΑΛΜΕΝΕΣ ΑΠΟΦΑΣΕΙΣ

1) Κατ” ακολουθίαν των αναφερομένων έχουν εσφαλμένως κρίνει οι αποφάσεις των δικαστηρίων, οι οποίες έχουν δεχθεί ότι είναι ορισμένη η αίτηση, που περιέχει το κατάλοιπο, χωρίς να περιέχονται στην αίτηση τα κονδύλια των χρεωπιστώσεων.

2) Συγκεκριμένα η ΑΠ 1381/1991[10] έχει δεχθεί ότι «δεν είναι δε απαραίτητο να αναφέρονται σ” αυτήν (νοεί την αίτηση) και τα επιμέρους κονδύλια πιστώσεων και χρεώσεων από τότε που άνοιξε ο λογαριασμός μέχρι το κλείσιμό του αφού τα κονδύλια αυτά περιλαμβάνονται στο επισυναπτόμενο «απόσπασμα» από το οποίο, σύμφωνα με τη συμφωνία των διαδίκων, αποδεικνύεται η απαίτηση της πιστοδότριας Τράπεζας, χωρίς να υπάρχει ανάγκη, σε περίπτωση αμφισβητήσεώς τους, να διαταχθεί απόδειξη σε βάρος της».

3) Η δε ΑΠ 667/1993[11] έχει ομοίως δεχθεί «Δεν είναι δε απαραίτητο να αναφέρονται σ” αυτή (νοεί την αίτηση) και) και τα επιμέρους κονδύλια πιστώσεων και χρεώσεων από τότε που άνοιξε ο λογαριασμός μέχρι το κλείσιμό του αφού τα κονδύλια αυτά περιλαμβάνονται στο επισυναπτόμενο «απόσπασμα» από το οποίο, σύμφωνα με τη συμφωνία των διαδίκων, αποδεικνύεται η απαίτηση της πιστοδότριας Τράπεζας, χωρίς να υπάρχει ανάγκη, σε περίπτωση αμφισβητήσεώς τους, να διαταχθεί απόδειξη σε βάρος της».

4) Οι αναφερόμενες δύο αποφάσεις ΑΠ 1381/1991 και 667/1993, εμμέσως πλην σαφώς δέχονται το ορθό, ότι είναι αναγκαία η παράθεση των χρεωπιστώσεων, αλλά ακολούθως δέχονται το εσφαλμένο, ότι αυτά καλύπτονται από το ότι τα κονδύλια των χρεωπιστώσεων εμφανίζονται στο συνημμένο στην αίτηση απόσπασμα. Κατά τα αναφερόμενα όμως δεν είναι παραδεκτή η απόδειξη πραγματικού γεγονότος που δεν έχει εισφερθεί στην δίκη.

5) Με το ίδιο ως άνω αιτιολογικό άλλες αποφάσεις έκαναν δεκτές αιτήσεις και αποδείξεις, ως άνω, ενώ καθ” ορθή κρίση θα έπρεπε να είχαν απορρίψει τις αιτήσεις αυτές, αφ” ενός ως αόριστες, αφ” ετέρου ως αναπόδεικτες.

6) Όμοια έχει δεχθεί η Ευαγγ. Ποδηματά[12]. Αντίθετος Γ. Νικολόπουλος [13].

Δ) ΟΡΘΕΣ ΑΠΟΦΑΣΕΙΣ

1) Ορθά έχουν κρίνει αποφάσεις, όπως η Αρείου Πάγου 1106/1994[14] που εδέχθη «Έτσι το δικόγραφο της αιτήσεως για την έκδοση διαταγής πληρωμής που αφορά ειδικώς χρηματικό χρεωστικό υπόλοιπο αλληλόχρεου λογαριασμού, που εξυπηρετεί σύμβαση παροχής πιστώσεως, το οποίο δεν αναγνωρίσθηκε από τον οφειλέτη, κατά τους όρους των άρθ. 873 και 874 ΑΚ, πρέπει, εκτός άλλων, να αναφέρει με λεπτομέρεια τα κονδύλια των αμοιβαίων πιστοχρεώσεων του λογαριασμού από την αντιπαραβολή των οποίων κατά το οριστικό κλείσιμο του λογαριασμού, προέκυψε το αξιούμενο κατάλοιπο».

Ε) ΜΟΝΟ ΜΕ ΑΝΑΚΟΠΗ

Σημειώνεται ότι τα σφάλματα της διαταγής πληρωμής, όπως τα αναφερόμενα, δεν λαμβάνονται υπ” όψη αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο, αλλά μόνον κατόπιν ανακοπής των άρθρων 632 ή 633 ΚΠολΔ του καθ” ου η διαταγή πληρωμής, στην οποία ανακοπή να περιέχονται λόγοι ανακοπής σαφείς και ορισμένοι, κατ” άρθρο 216 ΚΠολΔ, για τα σφάλματα αυτά της διαταγής πληρωμής.

ΣΤ) ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ

1) Στην αίτηση για έκδοση διαταγής πληρωμής θα πρέπει να αναφέρονται τα πραγματικά γεγονότα γενέσεως του δικαιώματος, για το οποίο η αίτηση, για κατάλοιπο δε λογαριασμού όλα, τα μετά την τυχόν αφηρημένη αναγνώριση, κονδύλια χρεωπιστώσεων.

2) Επιβάλλεται (α) η επίκληση στην αίτηση του αποσπάσματος από τα βιβλία του αιτούντος, (β) η επισύναψη στην αίτηση του πλήρους αποσπάσματος[15] και (γ) να έχουν παρατεθεί στην αίτηση, ως άνω, τα κονδύλια των χρεωπιστώσεων. Αν ένα από τα τρία λείπει η διαταγή πληρωμής είναι ακυρωτέα.

3) Στην έγγραφη αποδεικτική σύμβαση αυτή για να αποδεικνύει τα αποδεικτέα θα πρέπει να συμφωνείται ότι τα αποσπάσματα από τα εμπορικά βιβλία του αιτούντος θα αποδεικνύουν την κίνηση του λογαριασμού, που είναι το αντικείμενο αποδείξεως και όχι το κατάλοιπο.

4) Οι τυχόν παραλείψεις, ως άνω, και τα σφάλματα της αιτήσεως και της διαταγής πληρωμής δεν λαμβάνονται υπ” όψη αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο, αλλά μόνον με λόγο στην ανακοπή ή τους προσθέτους λόγους ανακοπής, που να είναι σαφής και ορισμένος.

Αθήναι 24/4/2008

 

(Μελ. 120/18/5)

 



[1]           Κ. Κεραμεύς, Αστικό Δικονομικό Δίκαιο, σελ. 158 – 159, Ιωαν. Τέντες σε Κεραμέα – Κονδύλη – Νίκα, ΚΠολΔ 335 αρ. 3.

[2]           Κ. Κεραμεύς, ενθ” ανωτ,. σελ. 158 – 159, Γ. Νικολόπουλος, Το Δίκαιο της Αποδείξεως, σελ. 54, Πελ. Γέσιου – Φαλτσή, Δίκαιο Αποδείξεως, έκδοση Γ, σελ. 44, Γεωργ. Ράμμος, ΕγχΑστΔικΔικαίου, Τόμος Β, σελ. 750.

[3]           Γ. Νικολόπουλος, ενθ” ανωτ, σελ. 54.

[4]           Γ. Νικολόπουλος, ενθ” ανωτ, σελ. 55, Πελ. Γέσιου – Φαλτσή, Δίκαιο Αποδείξεως, έκδοση Γ, σελ. 45.

[5]           Κ. Μπέης, Πολιτική Δικονομία, άρθρο 335 αρ. 6, Ιωαν. Τέντες, ενθ” ανωτ. αρ. 4.

[6]           Γ. Νικολόπουλος, ενθ” ανωτέρω, Το Δίκαιο της Αποδείξεως, σελ. 58.

[7]           Γ. Νικολόπουλος, ενθ” ανωτ. σελ. 57, Πελαγία Γέσιου – Φαλτσή, ενθ” ανωτ., σελ. 45

[8]           Γ. Ράμμος, ΕγχΑστΔικΔικαίου, Τόμος Β, 1980, σελ. 1148 για την αίτηση εκδόσεως διαταγής πληρωμής να περιέχει α) Τα κατά τα άρθρα 118 ΚΠολΔ απαραίτητα στοιχεία παντός δικογράφου … γ) Μνείαν της απαιτήσεως και του ακριβούς ποσού χρημάτων μετά των τυχόν οφειλομένων τόκων, μερισμάτων κλπ, των οποίων ζητείται η καταβολή.

[9]           Γ. Νικολόπουλος, Σκοπός, Φύση και ρύθμιση της διαταγής πληρωμής, σελ. 39 – 40.

[10]          ΑΠ 1381/1991 ΕλλΔικ 1992/1200.

[11]          ΑΠ 667/1993 ΕλλΔικ 1994/1290. Επίσης ΑΠ 1432/1998 Δ 30/756, ΕφΘεσσ 3009/1995, Αρμ 1996/1257.

[12]          Ευαγγ. Ποδηματά, σε Κεραμέα – Κονδύλη – Νίκα, ΚΠολΔ 626 αρ. 14, παραπέμποντας και στις άνω δύο αποφάσεις.

[13]          Αντίθετος Γ. Νικολόπουλος, ενθ” ανωτ (Διαταγή) σελ. 40 ότι «Απαραίτητο λοιπόν να μνημονεύεται (εξατομικευμένη) στην αίτηση η έννομη σχέση από την οποία απορρέει η απαίτηση για την οποία ζητείται η διαταγή πληρωμής  χωρίς να είναι αρκετή η παραπομπή, για τον προσδιορισμό αυτής, στα επισυναπτόμενα στην αίτηση έγγραφα«.

[14]          Για διαταγή πληρωμής η ΑΠ 1106/1994 ΕλλΔικ 1997/1075, ΕφΑθ 5900/2006 ΔΕΕ 2007/327, ότι με λεπτομέρεια τα κονδύλια των αμοιβαίων χρεωπιστώσεων, ΕφΠατρ. 712/2005, ΔΕΕ 2006/497 ότι τα κονδύλια χρεωπιστώσεων. Για αγωγή ΑΠ 1795/2007, ΧρΙΔ 2007/925 με ενημερωτικό σημείωμα Έφης Τουλουμάκου.

[15]          ΑΠ 667/1993 ΕλλΔικ 1994/1290.